Δύναμη
- Δύναμη < Πρότυπο:Κλη + Πρότυπο:Π
Δύναμη Πρότυπο:Θ
- η σωματική ισχύς, η ρώμη
- Πρότυπο:Πχ χρειάζεται αρκετή δύναμη για να ξεσφίξει το μπουλόνι
- η ικανότητα να κάνει κάποιος κάτι, να πετύχει κάτι
- η ισχύς που δίνει η εξουσία, το αξίωμα
- η ένταση
- Πρότυπο:Πχ χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι
- οργανωμένο σύνολο που ασκεί επιρροή και δρά στην κοινωνία ή την πολιτική
- Πρότυπο:Πχ οι πολιτικές δυνάμεις
- χώρα με συνήθως ισχυρή πολιτική, στρατιωτική, οικονομική παρουσία στη διεθνή σκηνή
- Πρότυπο:Πχ οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) με τη στρατιωτική τους επέμβαση στο Ναβαρίνο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους
- Πρότυπο:Πχ Οι εγγυήτριες δυνάμεις (το Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ελλάδα), εγγυήθηκαν να απαγορεύσουν την προώθηση "είτε της ένωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με οποιοδήποτε άλλο κράτος, ή τη διχοτόμηση της νήσου". (από τη Πρότυπο:W)
- ο στρατός, τα στρατεύματα
- Πρότυπο:Πχ οι δυνάμεις του εχθρού υποχωρούν
- Πρότυπο:Πχ ισχυρές δυνάμεις του στρατού αναπτύσσονται...
- ο αριθμός των ατόμων που περιλαμβάνει ένα σύνολο
- Πρότυπο:Πχ το 7ο Σὐνταγμα έχει δύναμη 800 ανδρών
- Πρότυπο:Ετ το γινόμενο του πολλαπλασιασμού ενός αριθμού με τον εαυτό του
- Πρότυπο:Πχ γενικός συμβολισμός: xn
- Πρότυπο:Πχ η ύψωση του 2 στην τέταρτη δύναμη (2Χ2Χ2Χ2 ή 24 ή 2^4) μας δίνει το 16
- Πρότυπο:Ετ το φυσικό διανυσματικό μέγεθος που προκαλεί αλλαγή της κινητικής κατάστασης ή παραμόρφωση ενός φυσικού σώματος
- δυνάμει
- (κάνω) το κατά δύναμη / το κατά δύναμιν: όσο μπορώ ή όσο αντέχω, ότι καλύτερο μπορώ να κάνω
- Πρότυπο:En : Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ
- Πρότυπο:Fr : Πρότυπο:Τ
- Πρότυπο:De : Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ
- Πρότυπο:Eo : Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ
- Πρότυπο:Ku : Πρότυπο:Τ