Sharp
- κοφτερός, αιχμηρός, που έχει οξεία άκρη ή αιχμή, ειδικά για κάτι που κόβει πολύ καλά
- Πρότυπο:Eg a sharp knife - κοφτερό μαχαίρι
- Πρότυπο:Eg a sharp tool - αιχμηρό εργαλείο
- Πρότυπο:Eg a sharp edge - οξεία κόψη
- κοφτερός, οξυδερκής, οξύς, για τους ανθρώπους ή το μυαλό τους, τα μάτια τους κτλ., παρατηρώ ή καταλαβαίνω γρήγορα τα πράγματα
- Πρότυπο:Eg a sharp mind - κοφτερό μυαλό
- Πρότυπο:Eg a sharp man - οξυδερκής άνθρωπος
- Πρότυπο:Eg sharp intelligence - οξύς νους
- Πρότυπο:Eg I have sharp eyes/ears.
- Έχω οξεία όραση/ακοή.
- Πρότυπο:Συνών Πρότυπο:Cf
- διαπεραστικός, αιχμηρός, για ένα άτομο ή αυτά που λέει που είναι επικριτικά ή σκληρά
- Πρότυπο:Eg a sharp glance - διαπεραστική/αιχμηρή ματιά
- (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) οξύς, διαπεραστικός, για ήχους
- Πρότυπο:Eg a device that produces a very loud and sharp sound - συσκευή που παράγει πολύ δυνατό και οξύ ήχο
- Πρότυπο:Eg a sharp cry - οξεία/διαπεραστική κραυγή
- Πρότυπο:Συνών Πρότυπο:Cf
- οξύς, διαπεραστικός, για ένα σωματικό ή ψυχικό συναίσθημα που είναι πολύ δυνατό και ξαφνικό, συχνά σαν να με κόβει ή με πληγώνει πολύ
- Πρότυπο:Eg a sharp pain - οξύς/διαπεραστικός πόνος
- απότομος
- μυτερός
- Πρότυπο:Nc ακριβώς, χρησιμοποιείται μετά από μια έκφραση για την ώρα
- Πρότυπο:Eg at ten sharp - στις δέκα η ώρα ακριβώς
- Πρότυπο:Ετ απότομα, γυρίζω ξαφνικά αριστερά ή δεξιά
- Πρότυπο:Eg I am turning sharp.
- Στρίβω απότομα.
- Πρότυπο:Συνών Πρότυπο:L
- Πρότυπο:Eg I am turning sharp.
- Πρότυπο:Ετ η δίεση ()
- Πρότυπο:Ετ double sharp - η διπλή δίεση (x)