Επαναλαμβανόμενος
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
- Επαναλαμβανόμενος < Πρότυπο:Μτχπε επαναλαμβάνομαι
Επαναλαμβανόμενος, -η, -ο
- που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές
- ακουγόταν ένας περίεργος επαναλαμβανόμενος θόρυβος
- Πρότυπο:Ετ επαναλαμβανόμενος περιοδικά, ρητός αριθμός του οποίου τα δεκαδικά ψηφία επαναλαμβάνονται περιοδικά στο άπειρο
- Πρότυπο:Πχ και συμβολίζεται:
- Πρότυπο:Πχ όπως και και συμβολίζεται: