Νιοστός
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
- Νιοστός < νι + -οστός (κατά τα εκατοστός, χιλιοστός κλπ)
Πρότυπο:ΔΦΑ Πρότυπο:Α Πρότυπο:ΔΦΑ Πρότυπο:Θ Πρότυπο:ΔΦΑ Πρότυπο:Ο
Νιοστός -ή -ό
- που αναφέρεται σε ή συσχετίζεται με την μεταβλητή ν, κυρίως σε μαθηματικές εκφράσεις στις οποίες το ν συμβολίζει έναν αόριστο φυσικό αριθμό
- μία από τις νιοστές ρίζες του είναι
- για νιοστή φορά οι πολίτες εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους επιλέγοντας την αποχή από τις κάλπες