Ύφεση
- Ύφεση < Πρότυπο:Λδδ (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ Πρότυπο:Π[1] < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (Πρότυπο:Π) ἵημι.
- υποχώρηση έντασης < Πρότυπο:Σμσδ
- οικονομική ύφεση < Πρότυπο:Σμσδ
Ύφεση Πρότυπο:Θ
- υποχώρηση της έντασης
- Πρότυπο:Ετ η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
- Πρότυπο:Πχ Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.
- Πρότυπο:Πχ Μετά από πέντε χρόνια, η νόσος μου επιτέλους βρίσκεται σε ύφεση.
- Πρότυπο:Αντών έξαρση
- (διεθνής πολιτική) η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
- Πρότυπο:Ετ η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
- Πρότυπο:Ετ η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
- Πρότυπο:Ετ η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
- σύμβολο:
- Πρότυπο:Αντων δίεση
- Πρότυπο:Βλ