Ύφεση

Από testwiki
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πρότυπο:El-κλίση-'δύναμη'

Ύφεση < Πρότυπο:Λδδ (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ Πρότυπο:Π[1] < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (Πρότυπο:Π) ἵημι.
υποχώρηση έντασης < Πρότυπο:Σμσδ
οικονομική ύφεση < Πρότυπο:Σμσδ

Πρότυπο:ΔΦΑ

Ύφεση Πρότυπο:Θ

  1. υποχώρηση της έντασης
    1. Πρότυπο:Ετ η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
      Πρότυπο:Πχ Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.
      Πρότυπο:Πχ Μετά από πέντε χρόνια, η νόσος μου επιτέλους βρίσκεται σε ύφεση.
      Πρότυπο:Αντών έξαρση
    2. (διεθνής πολιτική) η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
    3. Πρότυπο:Ετ η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
  2. Πρότυπο:Ετ η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
    σύμβολο:
    Πρότυπο:Αντων δίεση
    Πρότυπο:Βλ

Πρότυπο:Clear

Πρότυπο:Μτφ-αρχή

Πρότυπο:Μτφ-τέλος

Πρότυπο:Μτφ-αρχή

Πρότυπο:Μτφ-τέλος

Πρότυπο:Μτφ-αρχή

Πρότυπο:Μτφ-τέλος

Πρότυπο:Κλείδα-ελλ