Πρότυπο:El-κλίση-'όμορφος'
- Αθροίσιμος < θέμα αθροίσ- από το Πρότυπο:Λ + -ιμος. Η ελληνιστική λέξη Πρότυπο:Λ, επίθετο, για ημέρα που συγκεντρώνονται οι πιστοί.[1]
Πρότυπο:ΔΦΑ
Αθροίσιμος
- που μπορεί να προστεθεί, να αθροιστεί
- αθροίσιμα μεγέθη
- Πρότυπο:Ετ (για ακολουθία) Μία ακολουθία λέγεται αθροίσιμη αν και μόνο αν η ακολουθία συγκλίνει.
Πρότυπο:Clear
Πρότυπο:Μτφ-αρχή
Πρότυπο:Μτφ-τέλος
Πρότυπο:Κλείδα-ελλ