Ακέραιος
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Ακέραιος, ακέραιη & ακέραια & ακεραία, ακέραιο
- που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι
- Πρότυπο:Συνων άθικτος, μονοκόμματος, ολάκερος, ολόβολος, ολόκληρος, πλήρης
- να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν
- Πρότυπο:Ετ καθένας από τους αριθμούς του συνόλου , το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο
- Πρότυπο:Ετ (για άνθρωπο) σώος, αβλαβής
- Πρότυπο:Ετ (για άνθρωπο) που είναι έντιμος ή άψογος
- Πρότυπο:Fr : Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ
- Πρότυπο:De : Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ, Πρότυπο:Τ
- Πρότυπο:Pl : Πρότυπο:Τ