Ακέραιος

Από testwiki
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πρότυπο:El-κλίση-'όμορφος'

Ακέραιος < ἀκέραιος < ἀ- (στερητικό) + κεράννυμι (αναμιγνύω)

Ακέραιος, ακέραιη & ακέραια & ακεραία, ακέραιο

  1. που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι
    Πρότυπο:Συνων άθικτος, μονοκόμματος, ολάκερος, ολόβολος, ολόκληρος, πλήρης
    να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν
  2. Πρότυπο:Ετ καθένας από τους αριθμούς του συνόλου , το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο
  3. Πρότυπο:Ετ (για άνθρωπο) σώος, αβλαβής
  4. Πρότυπο:Ετ (για άνθρωπο) που είναι έντιμος ή άψογος

Πρότυπο:Clear

Πρότυπο:Μτφ-αρχή

Πρότυπο:Μτφ-τέλος

Πρότυπο:Μτφ-αρχή

Πρότυπο:Μτφ-τέλος

Πρότυπο:Μτφ-αρχή

Πρότυπο:Μτφ-τέλος

Πρότυπο:Κλείδα-ελλ