Εκατομμυριοστό
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
- Εκατομμυριοστό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του τακτικού αριθμητικού εκατομμυριοστός
Εκατομμυριοστό Πρότυπο:Ο
- το ένα από ένα εκατομμύριο ίσα μέρη μιας ποσότητας (γράφεται: ή ή )
- υποπολλαπλάσιο μονάδων μέτρησης π.χ. διάστασης, βάρους, χρόνου κ.λπ.
Πρότυπο:Μτφ-αρχή Πρότυπο:Μτφ-τέλος
Εκατομμυριοστό