Repeated
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) επαναλαμβανόμενος, αλλεπάλληλος, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές
- Πρότυπο:Eg repeated mistakes - επαναλαμβανόμενα λάθη
- Πρότυπο:Eg repeated cases of political censorship - αλλεπάλληλα κρούσματα πολιτικής λογοκρισίας
- (Πρότυπο:Ετ, για ρητό αριθμό) επαναλαμβανόμενος (περιοδικά)
- Πρότυπο:Πχ . The number 3 repeats indefinitely (=0,3333...)
- Πρότυπο:Αντών Πρότυπο:L